Stories to Learn Greek #1 | Greek Language Story Narration

greek storytelling about fairies

Today´s story is inspired by stories and urban legends about the existence of fairies (neraides) in the Greek countryside and their union with humans.

Η Νεραϊδοπηγή

Η Αριάδνη ήταν 15 ετών όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά το χωριό της μητέρας της. Το μικρό χωριό ήταν ορεινό, δηλαδή ήταν χτισμένο στις πλαγιές ενός βουνού. Γύρω του εκτείνονταν δάση και ρεματιές. Μόνο ένας δρόμος οδηγούσε στο χωριό. Θα έλεγε κανείς πως ήταν αποκλεισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι ντόπιοι όμως έλεγαν ότι οι άνθρωποι των πόλεων είναι οι αποκλεισμένοι. Μέσα στις τσιμεντένιες πολιτείες τους, χάνουν κάθε επαφή με τη φύση.

Η μητέρα της Αριάδνης δεν είχε γεννηθεί στο χωριό. Από εκεί όμως ήταν η καταγωγή της και, όταν ήταν μικρή, περνούσε εκεί τις γιορτές και τις καλοκαιρινές της διακοπές. Η μόνη συγγενής που ζούσε ακόμη εκεί ήταν η Τριανταφυλλιά, μια ηλικιωμένη θεία της. Η Τριανταφυλλιά δεν παντρεύτηκε ποτέ και ζούσε μόνη της σε ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι. Μόνη της συντροφιά οι γάτες της και η γειτόνισσά της η Ερατώ που έμενε μόνη της και φρόντιζε τον αδελφό της.

Στα 15 της λοιπόν η Αριάδνη βρέθηκε στο βουνό για να περάσει μέρος των καλοκαιρινών της διακοπών. Οι γονείς της πίστευαν πως η παραμονή στο χωριό θα της έκανε καλό. Ο καθαρός αέρας, η ηρεμία, οι αργοί ρυθμοί και η επαφή με τη φύση θα ήταν βάλσαμο για τη ψυχή της έφηβης. Εξάλλου, η θεία η Τριανταφυλλιά είχε επισκεφτεί πολλές φορές το σπίτι τους και το κορίτσι της είχε μεγάλη συμπάθεια.

Αν και η ιδέα αρχικά δεν άρεσε στην Αριάδνη, σιγά-σιγά άρχισε να προσαρμόζεται. Κάποια πρωινά πήγαινε για πεζοπορία με τα παιδιά του χωριού, ενώ άλλοτε πήγαινε να μαζέψει χόρτα και βότανα με τη θεία της. Αυτό που της άρεσε όμως περισσότερο ήταν να πηγαίνει μόνη της στην πηγή για να κολυμπήσει στα δροσερά νερά της. Οι ντόπιοι την αποκαλούσαν «νεραϊδοπηγή» και για την Αριάδνη, αυτή η πηγή ήταν ο κρυμμένος θησαυρός του χωριού.

Η ελευθερία που είχε στην εξοχή η Αριάδνη δεν μπορούσε να συγκριθεί με τους περιορισμούς που είχε στην πόλη. Η θεία Τριανταφυλλιά της είχε θέσει μόνο δύο κανόνες: να γυρίζει σπίτι πριν τις δέκα το βράδυ και να μην πηγαίνει ποτέ στην πηγή μετά την δύση του ήλιου και πριν λαλήσει ο πετεινός το πρωί.

Το κορίτσι δεν είχε λόγο να μην υπακούσει στους κανόνες. Εξάλλου, τι να έκανε αργά το βράδυ στο χωριό; Μετά το βραδινό της άρεσε να κάθεται στη κουνιστή πολυθρόνα στη βεράντα και να ακούει τις ιστορίες της θείας Τριανταφυλλιάς και της Ερατούς, της γειτόνισσας που ερχόταν καμιά φορά για επίσκεψη.

Μια ήσυχη βραδιά, η Αριάδνη καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα αγκαλιά με μία από τις γάτες που τάιζαν. Είχε λίγη ψύχρα και είχε τυλιχτεί με μια μάλλινη κουβέρτα που είχε πλέξει η θεία της για εκείνη. Η θεία της καθόταν κι αυτή έξω με την Ερατώ, όπου συζητούσαν τα νέα του χωριού. Ποιος παντρεύεται, ποιος μετακομίζει, ποια γυναίκα περιμένει παιδί…

Το κορίτσι τότε βρήκε το θάρρος να ρωτήσει τις δύο γυναίκες γιατί δεν παντρεύτηκαν ποτέ.

«Αλήθεια θεία», τη ρώτησε, «εσύ κι η κυρία Ερατώ είχατε ερωτευτεί ποτέ; Πώς και δεν παντρεύτηκατε;»

Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν. Η μία προσπαθούσε να καταλάβει αν η άλλη ήθελε να μιλήσει.

«Εγώ έπρεπε να φροντίσω τον αδελφό μου που χρειαζόταν βοήθεια…», απάντησε η Ερατώ.

Η Αριάδνη σκέφτηκε τον παππού που καθόταν πάντοτε αμίλητος στη γειτονική αυλή. «Αν επιτρέπεται, τι του συνέβη;» ρώτησε.

Οι δύο γυναίκες ξανακοιτάχτηκαν και μετά από μια παύση, η θεία Τριανταφυλλιά μίλησε: «Αυτό που συνέβη στον Γιάννη είναι ο λόγος που έμεινα κι εγώ ανύπαντρη. Με την Ερατώ θα ήμασταν συγγενείς. Εγώ θα παντρευόμουν τον αδελφό της, τον Γιάννη, κι εκείνη τον πρώτο μου ξάδελφο, τον Δημήτρη…»

Το κορίτσι ήταν πιο μπερδεμένο από πριν. «Τι συνέβη λοιπόν;», ρώτησε επίμονα.

«Αν θες να ακούσεις την ιστορία, ας μπούμε μέσα στο σπίτι. Ξέρουν ότι μιλάμε γι΄αυτά και θα ρθουν στο χωριό…», απάντησε η Ερατώ.

Μέσα στο σπίτι, δίπλα από το σβηστό τζάκι, η θεία της Αριάδνης άρχισε να διηγήται την ιστορία της:

«Όταν ήμασταν στην ηλικία σου μας άρεσε κι εμάς να πηγαίνουμε στην πηγή πάνω στο βουνό. Εκεί κάναμε την μπουγάδα μας κι από εκεί φέρναμε καθαρό, πόσιμο νερό στο σπίτι. Μόνο τα κορίτσια πηγαίναμε στην πηγή. Οι αρραβωνιαστικοί μας, όπως όλα τα αγόρια, απεύφευγαν το μέρος.

Οι παλιοί λέγαν ότι στην πηγή σύχναζαν νεράιδες τα βράδια. Υπό το φως του φεγγαριού, έλουζαν τα μακριά μαλλιά τους, χόρευαν και τραγουδούσαν. Με το που λαλούσε ο κόκορας, μεταμορφώνονταν σε λιβελούλες και διασκορπίζονταν σε όλο το βουνό.

Στις νεράιδες άρεσε να πειράζουν τους ανθρώπους, ειδικά τους νέους άνδρες. Αν ένιωθαν πως κάποιος τις απειλούσε, μπορούσαν να του πάρουν τη μιλιά ή ίσως και το μυαλό. Αν κάποιος τους άρεσε πολύ, τον άρπαζαν για να τον κάνουν γαμπρό τους. Με έναν κυκλικό χορό τον μετέφεραν σε έναν άλλο κόσμο. Κάποιοι επέστρεφαν, άλλοι δεν γύριζαν ποτέ. Ποτέ όμως ο νεραϊδοπαρμένος δεν ήταν ο ίδιος.»

Η Αριάδνη είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, περιμένοντας να ακούσει την υπόλοιπη ιστορία. «Μα οι νεράιδες δεν υπάρχουν», είπε. «Πώς λοιπόν σχετίζεται αυτό το παραμύθι με τους γάμους σας;»

«Αυτό πίστευαν λοιπόν και οι αρραβωνιαστικοί μας. Πως οι νεράιδες ανήκουν μόνο στα παραμύθια. Πριν λοιπόν από 60 χρόνια, ο Γιάννης κι ο Δημήτρης ανέβηκαν το βουνό για να βρουν ένα προβατάκι που είχε χαθεί από τον στάβλο μας. Η ώρα πέρασε, το προβατάκι βρέθηκε, μα εκείνοι δεν έλεγαν να γυρίσουν σπίτι. Το χωριό ήταν ανάστατο μέχρι το πρωί. Όταν τελικά επέστρεψαν, έμοιαζαν διαφορετικοί. Ο Γιάννης δεν μου μιλούσε πια. Με απέφευγε. Ένα μεσημέρι έπιασα τον ξάδελφό μου τον Δημήτρη, ο οποίος μου αποκάλυψε τι είχε συμβεί.

Εκείνο το βράδυ που είχαν ανέβει στο βουνό, άκουσαν γυναικείες φωνές να τραγουδούν μελωδικά. Ακολουθώντας το τραγούδι τους μαγεμένοι, έφτασαν στην πηγή. Τρομαγμένοι, κρύφτηκαν κι οι δύο τους ανάμεσα σε δύο θάμνους. Είδαν επτά λευκοντυμένες γυναίκες με μακριά μαλλιά να κάθονται δίπλα στην πηγή. Έπαιζαν τον αυλό και τραγουδούσαν σε μια γλώσσα που έμοιαζε με τα ελληνικά.

Ο ξάδελφός μου επέμενε να φύγουνε. Έσπρωχνε τον Γιάννη μα εκείνος δεν ξεκολλούσε το βλέμμα του από επάνω τους. Μόνο όταν ξημέρωσε και οι γυναίκες έφυγαν, τότε μόνο δέχτηκε να επιστρέψουν στο χωριό. Στον γυρισμό, ο Γιάννης του αποκάλυψε πως είχε ερωτευτεί μία από τις νεράιδες. Τη μοναδική με τα πυρόξανθα μαλλιά.

Τι κι αν ο ξαδελφός μου προσπαθούσε να τον συνεφέρει. Ο Γιάννης δεν μιλιόταν. Ο αρραβώνας μας αναβλήθηκε κι εγώ κλείστηκα για μια βδομάδα άρρωστη στην κάμαρά μου. Από το κρεβάτι μου σηκώθηκα μόνο όταν έμαθα ότι τα αγόρια είχαν εξαφανιστεί για μια ακόμα φορά. Είχαμε αρρωστήσει από την αγωνία…»

«Τι συνέβη;», ρώτησε η Αριάδνη.

Η Ερατώ τότε πήρε τον λόγο:

«Το μεσημέρι εκείνης της μέρας – Κυριακή ήτανε – βρήκανε τον Γιάννη λίγα μέτρα από τη νεραϊδοπηγή. Ήταν χαμένος, δεν αντιδρούσε σε αυτά που του λέγαμε. Από εκείνη την ημέρα δεν έχει ξαναμιλήσει.»

«Κι ο κύριος Δημήτρης;», ρώτησε το κορίτσι.

«Ο θείος σου ο Δημήτρης παραμένει άφαντος κορίτσι μου. Δεν ξέρουμε ακριβώς τι συνέβη εκείνο το βράδυ. Μόνο μια μαρτυρία μας βοήθησε να καταλάβουμε…

Λίγες ημέρες μετά το περιστατικό εμφανίστηκε στην πλατεία ένα γέροντας από το διπλανό χωριό. Ο γέροντας μας είπε πως τα αγόρια τον είχαν επισκεφτεί για να τον συμβουλευτούν. Ο ίδιος καυχιόταν ότι είχε παντρευτεί μια νεράιδα στα νιάτα του. Την είχε δει να χορεύει στο δάσος και τα μαλλιά της ήταν δεμένα σε ένα μεταξωτό μαντήλι. Εκείνος τράβηξε το μαντήλι κι έτσι η νεράιδα έγινε γυναίκα του. Βέβαια, κατά το γλέντι του γάμου η νεράιδα κατάφερε να βρει το μαντήλι της και πήρε πίσω την ελευθερία της.

Ο γέροντας λοιπόν είχε αποκαλύψει στον Γιάννη πώς να κλέψει το μαντήλι από τη νεράιδα με τα πυρόξανθα μαλλιά. Ο αδελφός μου πήρε τον Δημήτρη μαζί του και ανέβηκαν στην πηγή για να απαγάγουν τη νεράιδα. Κάτι πρέπει να πήγε στραβά όμως. Τον Γιάννη τον τιμώρησαν κλέβοντάς του τη μιλιά. Τον Δημήτρη πρέπει να τον πήραν μαζί τους στον κόσμο τους. Κι έτσι, μείναμε κι οι δύο μας με τις βέρες του αρραβώνα μας – ακόμα ανύμφευτες.»

Η Αριάδνη δεν ήξερε πως να αντιδράσει στο άκουσμα της ιστορίας. Μα να έχει τόσο καιρό έναν θείο νεραϊδοπαρμένο και να μην το ξέρει; Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν ακόμα σίγουρη για το αν πίστευε στην ύπαρξη των νεραϊδών ή όχι. Όμως πλέον ήξερε για τα καλά ότι ο τόπος αυτός, όσο ήσυχος κι αν φαινόταν, έκρυβε πολλά μυστικά.

“Helinika is an online platform with educational videos and entertaining – informative content.” -The Huffington Post Greece

“The most interesting online platform for learning Greek.” – ipop

You may also like: