The Conjugation of the Greek Verb “Can”/ “To Be Able To”: «Μπορώ»

The modal verb “can” is translated into «μπορώ». The same applies for the verb “to be able to”. The verb «μπορώ» is used very often and, contrary to the English verb “can”, it is conjugated in multiple tenses.

Learn Greek Online with Helinika

The conjugation of «Μπορώ» in all tenses:

Μπορώ in Ενεστώτας (Present)

μπορώ

μπορείς

μπορεί

μπορούμε

μπορείτε

μπορούν(ε)

Π.χ. Εσύ μπορείς να κάνεις ποδήλατο.

E.g. You can cycle.

Μπορώ in Αόριστος (Past Simple)

μπόρεσα

μπόρεσες

μπόρεσε

μπορέσαμε

μπορέσατε

μπόρεσαν(ε)

Π.χ. Πέρυσι, αυτός μπόρεσε να τρέξει στον μαραθώνιο.

E.g. Last year, he was able to run in the marathon.

Μπορώ in Παρατατικός (Past Continuous)

μπορούσα

μπορούσες

μπορούσε

μπορούσαμε

μπορούσατε

μπορούσαν(ε)

Π.χ. Όταν ήταν μικρή, η Μαρία μπορούσε να παίζει πιάνο.

E.g. When she was little, Maria was able to play the piano.

Learn Greek Online with Helinika

Μπορώ in Μέλλοντας Στιγμιαίος (Future Simple)

θα μπορέσω

θα μπορέσεις

θα μπορέσει

θα μπορούσαμε

θα μπορούσατε

θα μπορούσαν(ε)

Π.χ. Θα μπορούσαμε να γίνουμε καλύτεροι στο μέλλον.

E.g. We could get better in the future.

Μπορώ in Μέλλοντας Εξακολουθητικός (Future Continuous)

θα μπορώ

θα μπορείς

θα μπορεί

θα μπορούμε

θα μπορείτε

θα μπορούν(ε)

Π.χ. Υιοθέτησε τον σκύλο. Θα μπορείς να τον φροντίζεις;

E.g. Adopt the dog. Will you be able to take care of him?

Μπορώ in Παρακείμενος (Perfect Tense)

έχω μπορέσει

έχεις μπορέσει

έχει μπορέσει

έχουμε μπορέσει

έχετε μπορέσει

έχουν μπορέσει

Π.χ. Εσείς έχετε μπορέσει να κάνετε μεγάλη πρόοδο.

E.g. You have been able to make a huge progress.

Μπορώ in Υπερσυντέλικος (Past Perfect)

είχα μπορέσει

είχες μπορέσει

είχε μπορέσει

είχαμε μπορέσει

είχατε μπορέσει

είχαν μπορέσει

Π.χ. Είχαν μπορέσει να κάνουν μεγάλη πρόοδο, μέχρι που απογοητεύτηκαν.

E.g. (They) had been able to make a big progress, until they got disappointed.

Μπορώ in Μέλλοντας Συντελεσμένος (Future Perfect)

θα έχω μπορέσει

θα έχεις μπορέσει

θα έχει μπορέσει

θα έχουμε μπορέσει

θα έχετε μπορέσει

θα έχουν μπορέσει

Π.χ. Θα έχω μπορέσει να αγοράσω το σπίτι πριν γίνω 30.

E.g. I will have been able to buy the house before I turn 30.

Learning Greek by yourself is possible but receiving guidance and support can help you reach your goals much faster. You can learn the basics of the Greek language with Helinika’s complete course for absolute beginners. Claim your Udemy discount and start learning Greek:

helinika udemy discount

“Helinika is an online platform with educational videos and entertaining – informative content.” -The Huffington Post Greece

“The most interesting online platform for learning Greek.” – ipop

Greek Verb “To Be” Conjugation (Είμαι, Ήμουν, Θα Είμαι)

The most common modern Greek verb is the verb “είμαι” (to be). The Greek verb “to be” has only three forms: one for the present, one for the future, and one for the past. There are no specific forms for every single modern Greek tense for the verb “είμαι”.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.